Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

act of respect


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο respect παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: act | of
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
respect n(esteem, admiration)σεβασμός ουσ αρσ
  εκτίμηση ουσ θηλ
 He worked hard to gain the respect of his coworkers.
 Δούλεψε σκληρά για να κερδίσει τον σεβασμό των συναδέλφων του.
respect n(consideration)σεβασμός ουσ αρσ
 Out of respect for his desires, I won't go to the party.
 Από σεβασμό για τις επιθυμίες του δεν θα πάω στο πάρτι.
respect n(aspect)άποψη ουσ θηλ
 (μεταφορικά)πλευρά ουσ θηλ
 In which respect do you not like his personality?
 Από ποια άποψη δεν σου αρέσει η προσωπικότητά του;
respect n(deference)σεβασμός ουσ αρσ
 (παλαιό)σέβας ουσ ουδ
 Even if you don't agree with your boss, you have to show respect.
 Ακόμα κι αν δεν συμφωνείς με το αφεντικό σου, πρέπει να δείξεις σεβασμό.
respect [sb] vtr(person: esteem)εκτιμώ, σέβομαι ρ μ
 (επίσημο, σπάνιο)υπολήπτομαι ρ μ
 As an aspiring writer, I respect published authors.
 Ως επίδοξος συγγραφέας εκτιμώ (or: σέβομαι) τους συγγραφείς, των οποίων τα έργα έχουν εκδοθεί.
respect [sb] for [sth] vtr + prep(person: esteem, admire) (κάποιον για κάτι)εκτιμώ, σέβομαι ρ μ
 (επίσημο, σπάνιο)υπολήπτομαι ρ μ
 They all respected him for his hard work.
 Όλοι τον εκτιμούν για την εργατικότητά του.
 Όλοι τον υπολήπτονται για την εργατικότητά του.
respect [sb] for doing [sth] v expr(person: admire) (κπ για κάτι που έκανε)εκτιμώ, σέβομαι ρ μ
  έχω σε μεγάλη εκτίμηση έκφρ
 (επίσημο, σπάνιο)υπολήπτομαι ρ μ
 I really respect Phoebe for volunteering at the hospital.
 Εκτιμώ πραγματικά τη Φοίβη που έγινε εθελόντρια στο νοσοκομείο.
respect [sth] vtr(show regard for)σέβομαι ρ μ
 He respected his wife's desire to live as an artist.
 Σεβάστηκε την επιθυμία της γυναίκας του να ζήσει μποέμικα.
respect [sth] vtr(not intrude into)σέβομαι ρ μ
 He never respected the privacy of his children.
 Ποτέ δεν σεβάστηκε την προσωπική ζωή των παιδιών του.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
command respect vtr + n(be esteemed, admired)εμπνέω σεβασμό/δέος έκφρ
 The generals, because of their bravery and wisdom, command respect from their troops.
great respect n(esteem)μεγάλος σεβασμός επίθ + ουσ αρσ
 He has always treated me with great respect.
great respect for [sb] n(high regard for [sb])μεγάλος σεβασμός για κπ περίφρ
  μεγάλη εκτίμηση για κπ περίφρ
 I have great respect for people who help others.
 Τρέφω μεγάλο σεβασμό για όσους βοηθάνε τους άλλους.
 Έχω σε μεγάλη εκτίμηση όσους βοηθάνε τους άλλους.
in every respect adv(in all ways)από κάθε άποψη φρ ως επίρ
 He is a gentleman in every respect.
in respect of [sth] expr(with regard, with reference)σχετικά με, αναφορικά με έκφρ
 (κάτι ή σε κάτι)όσον αφορά έκφρ
 The plaintiff was awarded damages in respect of the costs incurred.
in respect to [sth] expr(with regard to)σε ότι αφορά, όσον αφορά περίφρ
 Vancouver is one of North America's most progressive cities in respect to drug policy.
in that respect adv(in terms of that)από αυτή την άποψη περίφρ
  σε αυτό το θέμα περίφρ
 She's kind of shy but in that respect she's no different than I am.
in this respect adv(in terms of this)αναφορικά με αυτό έκφρ
 It was a big mistake; in this respect we both agree.
lack of respect n(discourteous speech or behaviour)αγένεια, έλλειψη σεβασμού έκφρ
 You shouldn't let your children speak to you like that, it shows a lack of respect.
lack of respect n(failure to treat [sb] as a superior)έλλειψη σεβασμού προς ανώτερους έκφρ
 As far as I am concerned everyone is equal and I won't call my boss "Sir", but some people say this shows a lack of respect.
self-respect n(esteem for oneself)αυτοσεβασμός ουσ αρσ
  αυτοεκτίμηση ουσ θηλ
 People who are unemployed for a long time sometimes lose their self-respect.
show respect vtr + n(show high regard)εκδηλώνω θαυμασμό/εκτίμηση για έκφρ
 It is important that hotel staff show respect when dealing with guests.
show respect for [sb/sth] v expr(show high regard)δείχνω σεβασμό σε/προς έκφρ
 We train all our employees to show respect for the customers.
 Εκπαιδεύουμε όλους τους υπαλλήλους μας να δείχνουν σεβασμό στους πελάτες.
show respect vtr + n(be deferential)δείχνω σεβασμό σε/προς έκφρ
 You have to show respect when you meet members of the royal family.
show respect to [sb] v expr(be deferential)δείχνω σεβασμό σε/προς έκφρ
 You need to show more respect to your father.
 Πρέπει να δείχνεις περισσότερο σεβασμό στον πατέρα σου.
with all due respect adv(despite my regard for you)με όλον τον σεβασμό έκφρ
 With all due respect, I couldn't disagree more.
with all due respect to [sth/sb] expr(used before disagreeing)με όλο τον σεβασμό σε κπ/κτ έκφρ
with due respect adv(with deserved esteem)με όλον τον σεβασμό έκφρ
 With due respect I have a different opinion.
with respect adv(respectfully)με σεβασμό επίρ
 With respect, I think you are wrong in your argument.
with respect to [sth] prep(as regards)όσον αφορά κτ περίφρ
  αναφορικά με κτ περίφρ
  σχετικά με
 With respect to your problems, I'm afraid I can't help at all.
 Όσον αφορά τα προβλήματά σου φοβάμαι ότι δεν μπορώ να βοηθήσω καθόλου.
without respect to prep(with no concern for)χωρίς να υπολογίζω κτ, χωρίς να σκέφτομαι κτ περίφρ
  χωρίς να νοιάζομαι για κτ περίφρ
  ανεξάρτητα από κτ περίφρ
  ανεξαρτήτως επίρ
 Millionaires can buy what they want without respect to the cost.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση act of respect στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «act of respect».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!